Οξεία Επίσχεση Ούρων

Η οξεία επίσχεση ούρων μπορεί να προκύψει με αφορμή κάποιον εκλυτικό παράγοντα ή και χωρίς την παρουσία αυτού. Ως εκλυτικοί παράγοντες μπορεί να δράσουν οι χειρουργικές επεμβάσεις με γενική ή τοπική αναισθησία, η χορήγηση συμπαθομιμητικών, αντιχολινεργικών φαρμάκων, οι ουρολοιμώξεις, η κατανάλωση αλκοόλ και η υπερβολική κατανάλωση υγρών. Ο διαχωρισμός αυτός όσον αφορά την αιτιολογία έχει κλινική σημασία, καθότι έχει βρεθεί ότι η οξεία επίσχεση ούρων χωρίς ύπαρξη εκλυτικού παράγοντα οδηγεί σε χειρουργείο το 75% των ασθενών, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό όταν η επίσχεση πυροδοτείται από κάποιον εκλυτικό παράγοντα κατέρχεται σε 26%.
Η διάγνωση είναι εύκολη και στηρίζεται στα εξής κλινικά σημεία:
- Aφόρητη επιθυμία για ούρηση.
- Έντονος πόνος στο υπογάστριο.
- Κύστη σκληρή, διογκωμένη κατά την ψηλάφηση.
Η οξεία επίσχεση ούρων αποτελεί επείγον ουρολογικό πρόβλημα, το οποίο απαιτεί άμεση παρέμβαση. Η αντιμετώπιση γίνεται με καθετηριασμό της κύστης (απλή κένωση ή μόνιμη παροχέτευση της κύστης). Στην οξεία επίσχεση το ποσό των ούρων μέσα στην κύστη είναι συνήθως 500–800 ml και με τον καθετηριασμό της ανακουφίζεται ο ασθενής. Στην χρόνια επίσχεση, όπου ο όγκος των ούρων μπορεί να ξεπερνάει και τα 2 λίτρα, η εκκένωση της κύστης πρέπει να γίνεται βαθμιαία για αποφυγή αιμορραγίας.
Όταν η εισαγωγή του ουροκαθετήρα δεν είναι δυνατή (π.χ. λόγω στενωμάτων) τότε επιβάλλεται να γίνει υπερηβικός καθετηριασμός της κύστης (από την κοιλιά) από ειδικό ουρολόγο.



